Παιδικό παραμύθι: Το κατσικάκι που ήθελε να ζήσει ελεύθερο.

Image by mohamed Hassan from Pixabay


Μια φορά και έναν καιρό σε ένα αγρόκτημα στα περίχωρα ενός όμορφου χωριού ζούσε ένας αγρότης με τη γυναίκα του. Ο αγρότης και η αγρότισσα ήταν καλοφαγάδες και τους άρεσαν τα νόστιμα φαγητά. Το ίδιο ίσχυε και για τα δύό τους παιδιά. Τους άρεσαν σχεδόν όλα τα φαγητά: οι μακαρονάδες, τα γεμιστά, τα ντολμαδάκια, οι φακές. Άλλά πιο πολύ τους άρεσε να τρώνε κατσικάκι στο φούρνο.


Για αυτό η οικογένεια μεγάλωνε στο αγρόκτημά ένα μικρό κατσικάκι, το οποίο σκόπευε μόλις μεγαλώσει να το σφάξει και ύστερα να το μαγειρέψει και να το φάει.

Έτσι λοιπόν, μια ημέρα ο αγρότης λέει στο κατσικάκι:
- Φάε καλά το χόρτο σου να μεγαλώσεις. Και σαν μεγαλώσεις εγώ θα σε σφάξω. Και σαν σε σφάξω θα σε μαγειρέψω με πατάτες στο φούρνο. Και σαν σε μαγειρέψω θα σε φάω. 

Το κατσικάκι όμως, που ήταν πολύ έξυπνο κατάλαβε τον σκοπό του αγρότη και αποφάσισε να το σκάσει από το αγρόκτημα.

Έτσι λοιπόν, μια ημέρα που η οικογένεια είχε κατέβει στο κέντρο του χωριού για ψώνια, το κατσικάκι αφού έφαγε καλά και ήπιε μπόλικο νερό έφυγε από το αγρόκτημα. Εδώ και αρκετές ημέρες είχε εντοπίσει μια τρύπα στο φράχτη του αγροκτήματος και από εκεί κατάφερε να περάσει έξω από το αγρόκτημα.

Αφού περπάτησε καμιά ώρα συνάντησε ένα γουρουνάκι. Το κατσικάκι χαιρέτησε και ρώτησε το γουρουνάκι:
- Γεια σου γουρουνάκι. Για που το έβαλες; 
Το γουρουνάκι λίγο διστακτικά απάντησε:
- Έχω χάσει τη μαμά μου και είμαι μόνο μου. Δεν έχω που να πάω. Με παίρνεις μαζί σου;

Το κατσικάκι σκέφτηκε ότι θα ήταν καλό να έχει παρέα στο ταξίδι του και έτσι απάντησε στο γουρουνάκι.
- Έλα μαζί μου. Ψάχνω ένα μέρος να ζήσω ελεύθερο. Ωστόσο, να ξέρεις ότι αν μείνουμε μαζί, θα πρέπει να δουλεύουμε για να βρίσκουμε το φαγητό και το νερό μας. Δεν θα υπάρχουν άνθρωποι να μας ταΐζουν και να μας ποτίζουν. Ωστόσο, θα έχουμε την ελευθερία μας.
Το γουρουνάκι συμφώνησε και έτσι ξεκίνησαν μαζί για να βρουν ένα μέρος, όπου θα μπορούσαν να ζήσουν ελεύθερα.

Λίγο πιο κάτω συνάντησαν δύο πάπιες. Οι πάπιες βλέποντας δύο μικρά ζώα να περπατούν μόνα τους, σταμάτησαν όλο απορία για να ρωτήσουν:
-Που πάνε καλέ ένα μικρό κατσίκι και ένα μικρό γουρούνι. Δεν φοβάστε να περπατάτε μόνα σας;
Το κατσικάκι απάντησε:
- Δεν φοβόμαστε γιατί θέλουμε να ζήσουμε ελεύθερα. Ψάχνουμε ένα ήσυχο μέρος για να φτιάξουμε το σπίτι μας. 

Οι πάπιες θαύμασαν τη γενναιότητα του μικρού κατσικιού και αποφάσισαν να βοηθήσουν τους δύο φίλους λέγοντας τους:
- Εμείς ξέρουμε ένα ήσυχο και όμορφο μέρος για να φτιάξετε το σπίτι σας. Εκεί δεν πρόκειται να σας βρει κανείς. 
Το γουρουνάκι και το κατσικάκι ρώτησαν όλο ανυπομονησία:
- Πού είναι αυτό το μέρος; Είναι μακριά; Μπορούμε να πάμε με τα πόδια;

Οι πάπιες απάντησαν:
- Είναι λίγο μακριά αλλά αξίζει τον κόπο. Θα πρέπει να περπατήσετε μερικές ημέρες. Ίσως πεινάσετε και διψάσετε στο δρόμο. Αλλά όταν φτάσετε εκεί θα είστε πραγματικά ελεύθερα.

Και έτσι οι πάπιες εξήγησαν με κάθε λεπτομέρεια το δρόμο για το μέρος όπου θα μπορούσαν να ζήσουν ελεύθερα τα δύο μικρά ζώα.

Το κατσικάκι και το γουρουνάκι περπάτησαν αρκετές ημέρες. Κουράστηκαν, δίψασαν και πείνασαν. Στο τέλος όμως, βρήκαν ένα όμορφο και πυκνό δάσος. Εκεί ζούσαν πολλά ζώα και πουλιά. Το δάσος ήταν τόσο καλά κρυμμένο που κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να το βρει.

Και έτσι το κατσικάκι βρήκε μια βαθιά κουφάλα σε ένα δέντρο και του γουρουνάκι μια μικρή σπηλιά σε ένα βράχο. Και έζησαν εκεί ως τα βαθιά τους γεράματα τρώγοντας καρπούς, φρέσκα φύλλα, φρούτα και χόρτα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου