Παραμύθι: Ο λύκος και τα επτά κατσικάκια

Image by Clker-Free-Vector-Images from Pixabay


Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα πυκνό και καταπράσινο δάσος γεμάτο με ψηλά και μεγάλα δέντρα ζούσε μία μαμά κατσίκα και τα επτά παιδάκια της, δηλαδή με τα επτά κατσικάκια της. Η οικογένεια έμενε σε ένα μικρό άλλα πολύ περιποιημένο σπίτι, βαθιά χωμένο μέσα στο δάσος.


Μια μέρα η μαμά κατσίκα έπρεπε να πάει για μια δουλειά στην άλλη άκρη του δάσους. Φεύγοντας λοιπόν είπε στα κατσικάκια:
- Καλά μου παιδιά θέλω να προσέχετε πολύ. Και προπάντων δεν πρέπει να ανοίξετε την πόρτα σε κανέναν πάρα μόνο σε μένα. Ο κακός ο λύκος παραμονεύει και μπορεί να σας ξεγελάσει. 

Έτσι λοιπόν, η μαμά κατσίκα αποχαιρέτισε τα κατσικάκια και έφυγε για την άκρη του δάσους. Τα επτά κατσικάκια έκλεισαν καλά την πόρτα και καθίσαν ήσυχα να παίξουν. Για κακή τους τύχη όμως εκείνη την ώρα έτυχε να περνά έξω από το σπίτι ο κακός ο λύκος. Είδε την μαμά κατσίκα να φεύγει και σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί την απουσία της.

Χτύπησε λοιπόν, την πόρτα λέγοντας με τη βαριά φωνή του:
- Ανοίξτε μικρά κατσικάκια. Η μαμά σας είμαι.  
Τα κατσικάκια αμέσως κατάλαβαν ότι δεν είναι η μαμά τους αλλά ο κακός ο λύκος και απάντησαν:
-Φύγε αμέσως λύκε. Δεν είσαι η μαμά μας. Η μαμά μας έχει απαλή φωνή. 

Ο λύκος κατάλαβε αμέσως το λάθος του. Έτρεξε γρήγορα στο μπακάλη, αγόρασε ένα βάζο μέλι, το έφαγε και έτσι η φωνή του έγινε απαλή και γλυκιά. Επέστρεψε λοιπόν, στο σπίτι με τα κατσικάκια και ξανά χτύπησε την πόρτα λέγοντας με απαλή φωνή:
-Ανοίξτε κατσικάκια. Η μανούλα σας είμαι. 

Όμως τα κατσικάκια είδαν κάτω από την πόρτα, τα μαύρα και τριχωτά πόδια του λύκου και δεν άνοιξαν την πόρτα.
- Φύγε. Δεν είσαι η μαμά σας αλλά είσαι ο κακός λύκος. Η μαμά μας έχει άσπρα πόδια. 

Τότε ο λύκος πήγε πάλι στο μπακάλη και αγόρασε ένα κουτί αλεύρι. Με αυτό πασπάλισε τα πόδια του για να γίνουν άσπρα.
Ξαναγύρισε λοιπόν στο σπίτι με τα επτά κατσικάκια και ξανα-χτύπησε την πόρτα λέγοντας:
- Η μαμά σας είναι. Ανοίξτε καλά μου παιδάκια. 
Εκείνα απάντησαν:
- Δείξε μας το πόδι σου.
Έτσι λοιπόν, ο λύκος τους έδειξε το αλευρωμένο πόδι του. Τα επτά κατσικάκια ξεγελάστηκαν και άνοιξαν την πόρτα.

Τότε είδαν το λύκο να στέκεται αγριεμένος στην πόρτα. Αυτά τρομαγμένα έτρεξαν να κρυφτούν σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Το ένα κρύφτηκε στο τζάκι, το άλλο κάτω από το κρεβάτι, το άλλο κάτω από το τραπέζι, τα άλλα δύο πίσω από τον καναπέ, το άλλο πίσω από την πολυθρόνα και το τελευταίο που ήταν και το μικρότερα κρύφτηκε μέσα στο μεγάλο ρολόι.

Ο λύκος, πήρε ένα μεγάλο τσουβάλι και έβαζε μέσα ένα- ένα τα κατσικάκι. Το μόνο που δεν κατάφερε να βρει ήταν το μικρότερο που είχε κρυφτεί μέσα στο ρολόι.

Λίγο αργότερα γύρισε η μαμά κατσίκα και καθώς μπήκε στο σπίτι είδε τα πάντα ανακατεμένα και τα παιδάκια της να λείπουν. Φώναξε λοιπόν:
-Που είστε καλά μου παιδάκια. Γύρισα σπίτι. 
Το μικρό κατσικάκι που ήταν ακόμη κρυμμένο μέσα στο ρολόι, μόλις άκουσε την μαμά του πετάχτηκε από την κρυψώνα του και έπεσε κλαίγοντας στην αγκαλιά της μαμάς κατσίκας λέγοντας:
-Αχ μανούλα. Ο κακός λύκος μας κορόιδεψε. Ανοίξαμε την πόρτα και πήρε τα αδελφάκια μου μέσα σε ένα τσουβάλι. 

Η μαμά κατσίκα χωρίς να χάσει καιρό άρχισε να ψάχνει στο δάσος. Σε λίγη ώρα εντόπισε το λύκο να κοιμάται κάτω από ένα δέντρο με φουσκωμένη την κοιλιά του. Κάνοντας πολύ ησυχία η κατσίκα έκοψε την κοιλιά του λύκου και έβγαλε έξω έναν ένα τα κατσικάκια, τα οποία ήταν λίγο τρομαγμένα και ζαλισμένα αλλά ζωντανά.

Μάλιστα σκέφτηκε να γεμίσει την κοιλιά του λύκου με πέτρες και να ξανακλείσει προσεκτικά την κοιλιά, ράβοντας το δέρμα με βελόνα και κλωστή.

Ο λύκος, όταν ξύπνησε ένιωσε πολύ βαρύ το στομάχι του και σκέφτηκε ότι θα ήταν από το φαΐ. Πήγε λοιπόν στο πηγάδι και έσκυψε να πιει νερό. Όμως οι βαριές πέτρες τον παρέσυραν στον πάτο του πηγαδιού.

Έτσι λοιπόν ο κακός λύκος πνίγηκε και δεν ξαναπείραξε τα επτά κατσικάκια. Και έζησαν χαρούμενοι στο σπίτι τους, παίζοντας ανέμελα στο δάσος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου