Παραμύθι: Το άσχημο σκυλάκι που ήταν μόνο του χωρίς φίλους

Μια φορά και έναν καιρό, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης, ζούσε ένα μικρό σκυλάκι. Το μικρό σκυλάκι ήταν πολύ καλό και ήσυχο και δεν ενοχλούσε κανέναν. Ωστόσο, ήταν εντελώς μόνο του καθώς δεν είχε μαμά και μπαμπά αλλά ούτε και ανθρώπους να το φροντίζουν.

Όλοι το φώναζαν "ασχημούλη" γιατί είχε περίεργο τρίχωμα, ήταν αχτένιστο και απεριποίητο. Κανείς δεν του έλεγε καλή κουβέντα και όλοι το κορόιδευαν.

Οι γάτες της γειτονιάς του φέρονταν πολύ άσχημα και το τρόμαζαν. Τα περιστέρια που πετούσαν από ταράτσα σε ταράτσα το κορόιδευαν και του έλεγαν:
- Γιατί είσαι τόσο άσχημο σκυλάκι; Φύγε από εδώ.

Οι κατσαρίδες και τα μυρμήγκια το πείραζαν συνέχεια και του έλεγαν:
- Έχεις πολύ άσχημο τρίχωμα για αυτό δεν σε θέλει κανένας άνθρωπος
- Έχεις πολύ περίεργη μούρη για αυτό σε παράτησαν αδέσποτο στα σοκάκια. 

Το σκυλάκι ένιωθε πολύ μόνο του και ήταν πολύ στεναχωρημένο. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί κανείς δεν ήθελε να κάνει παρέα μαζί του. Γιατί όλοι το κορόιδευαν. Γιατί δεν είχε φίλους. Ακόμη περισσότερο, δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήταν μόνο του στην πόλη. Γιατί το είχαν παρατήσει οι γονείς του; Δεν το είχαν αγαπήσει;

Μιά μέρα, εκεί που καθόταν κρυμμένο, κάτω από ένα αυτοκίνητο, είδε ένα μικρό παιδάκι και του φάνηκε πολύ φοβισμένο. Πλησίασε προσεκτικά το μικρό παιδί και το ρώτησε:
- Δεν έχεις μαμά και μπαμπά; Είσαι και εσύ μόνο όπως είμαι και εγώ;
Το παιδάκι γύρισε να δει το σκυλάκι και κλαίγοντας του είπε:
- Εδώ και λίγη ώρα έχω χάσει του γονείς μου. Δεν ξέρω που βρίσκομαι.Φοβάμαι ότι δεν θα τους βρω ξανά.Φοβάμαι πολύ.

Πράγματι, το παιδάκι είχε χαθεί από τους γονείς το, επειδή άφησε το χέρι της μαμάς του τρέχοντας πίσω από μία γάτα. Ο σκυλάκος της ιστορίας μας όμως, αποφάσισε να κάνει παρέα στο παιδί μέχρι να το ξαναβρουν οι γονείς του. Κουνούσε συνεχώς την ουρά του, έκανε κόλπα με τη μουσούδα του, έκανε σβούρες και κυλιόταν στο δρόμο. Προσπαθούσε να κάνει το παιδί να γελάσει. Έτσι, το παιδί γελούσε με τα αστεία του σκυλάκου.

Έτσι πέρασε αρκετή ώρα, ώσπου οι γονείς του παιδιού εμφανίστηκαν ξαφνικά τρομαγμένοι.
- Που ήσουνα τόση ώρα; Ανησυχήσαμε πολύ. Ευτυχώς που σε βρήκαμε.
Και ενώ ήταν έτοιμοι να φύγουν μαζί με το παιδί, το παιδί δείχνοντας το σκυλάκο τους είπε:
- Ευτυχώς που ήταν εδώ ο καλός μου φίλος. Αυτός μου έκανε καλή παρέα.

Η μαμά και ο μπαμπάς κοίταξαν με χαρά το σκύλο. Δεν τους φάνηκε καθόλου άσχημος γιατί τον αγάπησαν αμέσως. Έτσι αποφάσισαν να τον πάρουν μαζί τους στο σπίτι. Να γίνει και αυτός μέλος της οικογένειάς τους. Αποφάσισαν να τον ονομάσουν "Χάρη" γιατί ήταν γεμάτος χάρες.

Έτσι ο Χάρης έζησε ευτυχισμένος με την νέα του οικογένεια και συγχώρεσε όλα τα γατιά, τα ποντίκια και τις κατσαρίδες της γειτονιάς του, που τον κορόιδευαν. Μάλιστα, αν τον έφερνε ο δρόμος προς τα εκεί, τους πήγαινε και νόστιμα φαγητά.Και αυτά μετάνιωσαν για τη συμπεριφορά τους και χαίρονταν που έβλεπαν τον Χάρη.

Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου